Οικονομία

11 Ιουνίου 2019 15:41

Με έμφαση στην μεσαία τάξη το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ

Text to Speech

Η μείωση φόρων βρίσκεται στο επίκεντρο των βασικών αξόνων του προγράμματος, που παρουσίασε ο Πρόεδρος του κόμματος, ενόψει των εκλογών.

Με έμφαση στην μεσαία τάξη το Πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ

 Του Νίκου Ρογκάκου

Ένα βήμα πίσω φαίνεται πως έκανε ο Πρωθυπουργός, αναφορικά με την μεσαία τάξη, αφού χθες στο Μέγαρο Μουσικής, στην ανακοίνωση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ,  συμπεριέλαβε περισσότερο την μεσαία τάξη, κάνοντας παροχές που δεν είχε εξαγγείλει στο Ζάππειο, στις 7 Μαΐου.

Μετά το βαρύ αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών, ο Αλέξης Τσίπρας στο πρόγραμμα που παρουσίασε χθες είχε μεγάλη δόση αυτοκριτικής αναφορικά με τα μεσαία στρώματα του πληθυσμού, ενώ σε αποστροφές του λόγου αναφέρθηκε στην υπερφορολόγηση των μεσαίων εισοδημάτων.

Από την πρώτη κιόλας ματιά στο περίγραμμα του νέου φορολογικού σχεδιασμού γίνεται εμφανές ότι οι εξαγγελίες του Ζαππείου ξαναζυγίστηκαν και κρίθηκαν λειψές, κοινώς ότι ελάχιστα περιλάμβαναν για τα μεσαία εισοδήματα, που έστω καθυστερημένα- και υπό τη σκιά της βαριάς ήττας στις 26 Μαΐου- αναγνωρίστηκε ότι όχι απλώς έβαλαν πλάτη, αλλά γονάτισαν, για να προκύψουν τα περιβόητα υπερπλεονάσματα κι εν συνεχεία τα επιδόματα/μερίσματα.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι ενώ στο Ζάππειο δεν έγινε η παραμικρή αναφορά στη μείωση του πρώτου συντελεστή της φορολογικής κλίμακας από το 22% στο 20%, το συγκεκριμένο μέτρο συμπεριλαμβάνεται, πλέον, στο φορολογικό σχεδιασμό, έστω με… μισή καρδιά, αφού η μείωση θα γίνει σε δύο δόσεις, προφανώς λόγω του μεγάλου δημοσιονομικού κόστους των 877 εκατ. ευρώ. Το οξύμωρο είναι ότι εξαγγέλθηκε ένα μέτρο, το οποίο ξεψηφίστηκε την περασμένη Παρασκευή μαζί με τα υπόλοιπα φορολογικά αντίμετρα!

Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με την περαιτέρω μείωση του ΕΝΦΙΑ. Αν και το μέτρο συμπεριελαμβανόταν στα φορολογικά αντίμετρα για τη μείωση του αφορολογήτου, η περιβόητη τροπολογία που ψηφίστηκε την Παρασκευή το ακύρωνε, αλλά πλέον, εξαγγέλλεται ως φοροελάφρυνση στον οικονομικό σχεδιασμό μετά τις εκλογές, με κόστος 209 εκατ. ευρώ.

Το πραγματικά νέο στο φορολογικό σχεδιασμό, που ξεδιπλώθηκε από τον Αλ. Τσίπρα και το οικονομικό επιτελείο χθες το βράδυ, είναι η μείωση της προκαταβολής φόρου για ελεύθερους επαγγελματίες κι ατομικές επιχειρήσεις στο 50% μέσα σε δύο χρόνια και για τις επιχειρήσεις στο 80% σε ορίζοντα τριετίας. Η αύξηση στο 100% είχε ψηφιστεί κι εφαρμοστεί με το 3ο Μνημόνιο, το οποίο ενεργοποιήθηκε τον Αύγουστο του 2015 και η πρόβλεψη ήταν τότε ότι ο Προϋπολογισμός θα ωφεληθεί με 293 εκατ. ευρώ την πρώτη χρονιά (μόνο από νομικά πρόσωπα), με 221 εκατ. ευρώ τη δεύτερη (από φυσικά και νομικά πρόσωπα), με 276 εκατ. ευρώ (από φυσικά και νομικά πρόσωπα) την τρίτη χρονιά.

Το οξύμωρο είναι ότι ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελματίες ο απολογισμός της κυβέρνησης χαρακτηρίζει ως θετικό μέτρο τη φορολόγηση τους με την ίδια κλίμακα των μισθωτών (χωρίς αφορολόγητο), παρ’ ότι ναι μεν ως τις 20.000 ευρώ εισοδήματος ο συντελεστής είναι 22% αντί 26% που ίσχυε πριν, αλλά από εκεί και πάνω ανεβαίνει στο 29% για εισοδήματα ως 30.000 ευρώ κι εκτινάσσεται στο 37% για εισοδήματα ως 40.000 ευρώ, ενώ με το προηγούμενο σύστημα ο συντελεστής παρέμενε στο 26% για εισοδήματα ως 50.000 ευρώ κι ανέβαινε στο 33% για το υπερβάλλον.

Η μείωση της προκαταβολής φόρου «έφαγε» από τον οικονομικό σχεδιασμό, τη επαναφορά της έκπτωσης φόρου για τόκους στεγαστικών δανείων, η οποία είχε εξαγγελθεί στο Ζάππειο ως επιβράβευση των συνεπών δανειοληπτών, δηλαδή όσων πάσχισαν να μην «κοκκινίσουν» τα δάνεια τους την περίοδο της κρίσης.

Απορίες προκαλούν, επίσης, οι έμμεσες αναφορές περί αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής στον απολογισμό («οφείλουμε να αποτρέψουμε την εκ νέου εκτίναξη της φοροδιαφυγής»), καθώς τα επίσημα στοιχεία δεν δικαιολογούν πανηγυρισμούς. Το 2018, από τους ελέγχους των Δ.Ο.Υ. η παραβατικότητα διαμορφώθηκε στο 25,8% έναντι 18,45 το 2017, ενώ οι στοχευμένοι έλεγχοι των ΥΕΔΔΕ έβγαλαν παραβατικότητα στα όρια του 60% και πλέον.

Οι χθεσινές εξαγγελίες είχαν ακόμα δύο σημεία, που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Κατ’ αρχάς, έστω εμμέσως, η κυβέρνηση παραδέχεται το φάουλ με την αποκαλούμενη «13η σύνταξη», που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τους ίδιους τους συνταξιούχους, που άλλα περίμεναν κι άλλα βρήκαν στο λογαριασμό τους. Τι αναφέρει ο οικονομικός σχεδιασμός, στο σημείο με τον απολογισμό πεπραγμένων; «Επαναφέραμε ένα σημαντικό τμήμα της 13ης σύνταξης που είχε ολοσχερώς καταργηθεί».

Το δεύτερο σημείο που έχει ενδιαφέρον είναι ότι η σημερινή κυβέρνηση προκαταλαμβάνει τις εισηγήσεις των επιστημονικών φορέων, που προβλέπει ο νόμος για τη διαδικασία αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού αλλά και τις απόψεις των κοινωνικών εταίρων, προαναγγέλλοντας αύξηση 7,5% το 2020 και 7,5% το 2021, δηλαδή επαναφέροντας τον στα προ κρίσης επίπεδα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ