Υγεία - Περιβάλλον

31 Ιουλίου 2020 17:22

Βρογχοσκόπηση: μια κλασική διαγνωστική μέθοδος απλή, ευρείας εφαρμογής και πάντα αποτελεσματική

Διάβασέ μου το...

Γράφει ο Νικόλαος Δ. Χαΐνης, Διευθυντής Β’ Πνευμονολογικής Κλινικής στο Metropolitan Hospital.

Βρογχοσκόπηση: μια κλασική διαγνωστική μέθοδος απλή, ευρείας εφαρμογής και πάντα αποτελεσματική

Η βρογχοσκόπηση (ή επισκόπηση ή ενδοσκόπηση του βρογχικού δένδρου) αποτελεί μια μέθοδο με ευρεία εφαρμογή στην ανίχνευση-διάγνωση αλλά και τη θεραπεία πολλών νοσημάτων του πνεύμονα.

Η απλότητα της μεθόδου, οι διαγνωστικές και θεραπευτικές εφαρμογές της έχουν ευρύ πεδίο στη σύγχρονη ιατρική πρακτική.

Λίγα ιστορικά στοιχεία: στα τέλη της δεκαετίας του 1890, ο Γερμανός ωτορινολαρυγγολόγος Gustav Killian, χρησιμοποιώντας έναν τύπο λαρυγγοσκοπίου, κατόρθωσε να επισκοπήσει την τραχεία και να αφαιρέσει ένα ξένο σώμα το οποίο είχε ενσφηνωθεί στο δεξιό βρογχικό δένδρο. Ήταν η πρώτη βρογχοσκόπηση και ο Killian θεωρήθηκε ο «πατέρας» της βρογχοσκόπησης. Το 1904, ο Αμερικανός ωτορινολαρυγγολόγος Chevalier Jackson κατασκεύασε το άκαμπτο βρογχοσκόπιο, ενώ, το 1968, ο Shigeto Ikeda εισήγαγε το ινοβρογχοσκόπιο (εύκαμπτο βρογχοσκόπιο). Από το 1987, χρησιμοποιείται και το βίντεο-βρογχοσκόπιο. Τα τελευταία χρόνια, η σύγχρονη τεχνολογία με την ανάπτυξη και εφαρμογή νέων τεχνικών (ενδοβρογχικός υπέρηχος, laser, διαθερμία, κρυοθεραπεία, κ.λπ.) κατέστησε τη βρογχοσκόπηση πολύτιμη στη διάγνωση και θεραπεία πολλών πνευμονικών νοσημάτων.

Πώς γίνεται η βρογχοσκόπηση;

Όπως ήδη επισημάνθηκε, η βρογχοσκόπηση είναι μια μέθοδος απλή και ανώδυνη. Διενεργείται στο ενδοσκοπικό εργαστήριο. Στον εξεταζόμενο εφαρμόζεται τοπική αναισθησία και μέθη. Η είσοδος του βρογχοσκοπίου μπορεί να γίνει από τη ρινική ή τη στοματική κοιλότητα. Ο ενεργός χρόνος βρογχοσκόπησης (δηλαδή είσοδος-έξοδος βρογχοσκοπίου) κυμαίνεται από  10 έως 30 λεπτά. Δεν απαιτείται νοσηλεία και, σε μία ώρα από  το τέλος της εξέτασης, ο εξετασθείς μπορεί να αναχωρήσει από το νοσοκομείο.

Για ποιους λόγους πρέπει να γίνει βρογχοσκόπηση;

Οι ενδείξεις που καθιστούν απαραίτητη τη βρογχοσκόπηση είναι πολλές, κυρίως διαγνωστικές, σχετικές με διάφορα συμπτώματα ή παθολογικές εργαστηριακές εξετάσεις. Επίσης, η μέθοδος είναι χρήσιμη στη σταδιοποίηση, παρακολούθηση αλλά και θεραπεία διαφόρων νοσημάτων. Οι αντενδείξεις και οι επιπλοκές είναι ελάχιστες.

Οι ενδείξεις αναλυτικά είναι:

Διαγνωστικές

Α. Ενδείξεις που σχετίζονται με τη συμπτωματολογία, το ιστορικό και την κλινική εξέταση: χρόνιος βήχας, αιμόπτυση, εισπνευστικός συριγμός (Wheezing) (ιδίως ο εντοπισμένος), εκπνευστικός συριγμός (Stridor), βράγχος (βραχνάδα) φωνής (δυσλειτουργία-πάρεση-παράλυση φωνητικών χορδών), θωρακικός πόνος, σύνδρομο άνω  κοίλης φλέβας, εισρόφηση (γαστρικού περιεχομένου-ξένου σώματος), τραύμα θώρακος, χημικά ή θερμικά εγκαύματα τραχειοβρογχικού δένδρου.

Β. Ενδείξεις που σχετίζονται με παθολογικές εργαστηριακές εξετάσεις: θετική ή ύποπτη κυτταρολογική πτυέλων, παθολογική ακτινογραφία θώρακος (παράλυση διαφράγματος, πυλαία λεμφαδενοπάθεια, διεύρυνση μεσοθωρακίου, ατελεκτασία, αδιάγνωστη πλευριτική συλλογή, κοιλότης, βραδέως λυομένη πνευμονία, επίμονος πνευμοθώρακας, καλοήθεις & κακοήθεις όγκοι, λοιμώξεις, διάχυτες παρεγχυματικές παθήσεις).

Γ. Ενδείξεις που σχετίζονται με γνωστά νοσήματα των πνευμόνων: διάγνωση και σταδιοποίηση βρογχογενούς καρκίνου, έλεγχος θεραπευτικού αποτελέσματος σε διάφορα νοσήματα (καρκίνος, διάμεσες πνευμονοπάθειες).

Άλλες ενδείξεις

  • Διασωλήνωση τραχείας
  • Έλεγχος ενδοτραχειακού σωλήνα
  • Βρογχογραφία
  • Βρογχοκυψελιδική έκπλυση/lavage (διάμεσες      πνευμονοπάθειες)

Θεραπευτικές

  • Lavage σε: κυψελιδική πρωτεΐνωση, κατακράτηση εκκρίσεων, βύσματα βλέννης, αιματοπήγματα (θρόμβοι)
  • Αφαίρεση ξένου σώματος
  • Έλεγχος αιμορραγίας
  • Έλεγχος-παροχέτευση πνευμονικού αποστήματος
  • Κλείσιμο βρογχοπλευρικού, τραχειοοισοφαγικού & βρογχοοισοφαγικού συριγγίου
  • Τοποθέτηση ενδοτραχειακών-ενδοβρογχικών προσθέσεων (stents)
  • Βραχυθεραπεία, laser, διαθερμία, κρυοθεραπεία για τη θεραπεία καλοήθων ή κακοήθων πνευμονικών όγκων.

 Metropolitan – Χαινης *Άρθρο του Νικόλαου Δ. Χαΐνη, Διευθυντή Β’ Πνευμονολογικής Κλινικής στο Metropolitan Hospital.