Quantcast

Κοινωνία

15 Ιανουαρίου 2021 23:18 Τελευταία ενημέρωση : 16 Ιανουαρίου 2021 15:03

Δύο συλλήψεις για τον ξυλοδαρμό του σταθμάρχη

Διάβασέ μου το...

Οι δύο νεαροί ταυτοποιήθηκαν από τις Αρχές δυο ημέρες μετά το περιστατικό στο Μετρό. Ποια η ηλικία τους. Πώς έφθασαν στα ίχνη τους οι αστυνομικοί.

Δύο συλλήψεις για τον ξυλοδαρμό του σταθμάρχη

Στα χέρια της αστυνομίας βρίσκονται οι δύο νεαροί που ξυλοκόπησαν τον άτυχο σταθμάρχη του Μετρό όταν εκείνος τους ζήτησε να φορέσουν μάσκα και να κατεβάσουν τα πόδια τους από τα καθίσματα.

Σύμφωνα με τπληροφορίες, πρόκειται για ανήλικα αδέλφια, ελληνικής καταγωγής, τα οποία ταυτοποιήθηκαν το βράδυ της Παρασκευής μετά από αστυνομικές έρευνες, βάσει των στοιχείων που είχαν συλλέξει οι Αρχές από τις κάμερες ασφαλείας του Μετρό. Σε βάρος τους σχηματίζεται δικογραφία, ενώ οι δύο νεαροί, ηλικίας 15 και 17 ετών, θα περάσουν το πρωί του Σαββάτου την πόρτα του Εισαγγελέα Ανηλίκων.

Οι Αρχές ζήτησαν μάλιστα από τον 51χρονο σταθμάρχη να βρεθεί στη ΓΑΔΑ προκειμένου να τους αναγνωρίσει, όπως και έγινε. Παράλληλα, ένας ειδικός φρουρός κατηγορείται για υπόθαλψη, καθώς βοήθησε τους νεαρούς να κρυφτούν ενώ γνώριζε τις πράξεις τους.

Λίγες ώρες μετά από την επίθεση που δέχθηκε, ο σταθμάρχης του μετρό εξιστόρησε αποκλειστικά στον ΑΝΤ1 και στη Φαίη Χρυσοχόου, τα δραματικά λεπτά στα οποία κινδύνευσε η ίδια του η ζωή.

«Επιβιβάστηκα στην Ανθούπολη. Στον Άγιο Αντώνιο επιβιβάστηκαν δύο νεαροί χωρίς μάσκα. Κάθισαν στα καθίσματα  και έβαλαν και τα πόδια πάνω στα καθίσματα. Λέω στον ένα “βρε παλικάρι, έτσι κάθεσαι στο σπίτι σου και χωρίς μάσκα και βάζεις τα πόδια σου στο κάθισμα;”. Γυρνάει τότε και μου απαντάει: “εγώ έτσι κάθομαι στο σπίτι μου”. Του είπα κι εγώ “ωραίο σπίτι”. Σηκώθηκε ο μεγαλύτερος και μου είπε: “Τι είπες στον αδελφό μου”. Σηκώθηκαν και οι δύο όρθιοι, σηκώθηκα κι εγώ γιατί φοβήθηκα. Επειδή είχε ένα τσαντάκι φοβήθηκα μήπως είχε κάποιο μαχαίρι, κάτι άλλο. Δεν κατέβηκα σε άλλο σταθμό, είπα θα κατεβώ στην Ομόνοια, γιατί εκεί έχει πάντα κόσμο», τονίζει ο σταθμάρχης.

«Κατέβηκα στην Ομόνοια και την ώρα που ήταν να φύγει το τρένο βγήκαν και αυτοί, κράταγαν δύο κουτάκια αναψυκτικά. Πρώτα μου πέταξε ο ένας το ένα, ο άλλος το δεύτερο και την ώρα που πήγα να αποφύγω το δεύτερο, ο ένας ήρθε από πίσω, μου τράβηξε μια μπουνιά στο κεφάλι και στο σαγόνι, με ρίξανε κάτω και στη συνέχεια με βάραγαν και με κλώτσαγαν» είπε, φανερά φορτισμένος, ο άτυχος άνδρας.

Σταθμάρχης - ξύλο

«Φώναζα: φτάνει...»

«Θυμάμαι ότι φώναζα “φτάνει” και στη συνέχεια νόμιζα ότι θα μείνω ανάπηρος . Έφαγα κάτι κλωτσιές μέσα στη μέση και σαν να μου κοπήκανε τα πόδια  Από ό,τι έμαθα αργότερα και ο αστυνομικός βάρδια που ήταν εκεί, το παιδί κατέβηκε, αλλά επειδή είναι μεγάλος σταθμός η Ομόνοια κι έχει πολλές εξόδους δεν τους πρόλαβε», είπε με τρεμάμενη φωνή και συμπλήρωσε: «Έβριζαν. Εγώ εκείνη τη στιγμή προτεραιότητα είχα να προστατευτώ όσο μπορούσα και να δω πού θα τελειώσει. Όπως ήμουν πεσμένος, μου χτυπάγανε το κεφάλι από τη δεξιά πλευρά, το σαγόνι, τη μύτη και μου έριξαν κλωτσιά στην πλάτη».

Ο 53χρονος εργαζόμενος υπέστη κατάγματα, όπως διαπιστώθηκε από τους γιατρούς του Ερυθρού Σταυρού. «Μου έκαναν εξετάσεις: δύο κατάγματα στη μύτη, ένα κάταγμα στην κάτω γνάθο δεξιά και τρεις ραγισμένους σπονδύλους και μώλωπες και όλα τα υπόλοιπα στο πρόσωπο... Αυτήν τη στιγμή δεν μπορώ να μιλήσω. Μιλάω κάπως ψευδά κι έχω συνέχεια νοσοκομεία» τονίζει ο εργαζόμενος του μετρό.

Εξηγεί δε ότι δεν δήλωσε στους δράστες ότι ήταν υπάλληλος του μετρό, επειδή έχει προηγηθεί ένα συμβάν με συναδέλφους του, ελεγκτές. «Δεν τους το δήλωσα, απλώς τους έκανα αυτήν την παρατήρηση. Δεν περίμενα ότι θα εξελιχθεί έτσι».

«Τους μίλησα όπως στο παιδί μου»

«Πρέπει να ήταν 18 με 20 χρονών. Η κόρη μου είναι 23 χρονών, άρα ήταν μικρότερα από τα παιδιά μου. Τους μίλησα όπως θα μιλούσα στην κόρη μου: “γιατί βάζεις τα πόδια σου στο κάθισμα και γιατί δεν φοράς μάσκα” και νομίζω ότι οποιοσδήποτε πολίτης έχει μια στοιχειώδη παιδεία, πρέπει να ενδιαφέρεται για τον συμπολίτη του», εξήγησε ο 53χρονος.

«Δεν φορούσαν, ούτε κρατούσαν καν μάσκες. Άλλοι σηκώνουν τη μάσκα και σε κοροϊδεύουν, αυτοί ήταν αγρίμια, δεν μπορώ να το καταλάβω…» είπε και διερωτήθηκε: «Γιατί τέτοιο μένος; Θες να κάνεις αυτό που θες; Δώσε μου μια μπουνιά, ένα χαστούκι και φύγε. Η συνεχόμενη ροή με μπουνιές και κλωτσιές είναι σαν να θες να σκοτώσεις κάποιον, δεν θες μόνο να τον τραυματίσεις».

«Δεν φοβάμαι να γυρίσω στη δουλειά»

«Εγώ είμαι σταθμάρχης και μπορώ να πω ότι μου αρέσει. Όχι δεν φοβάμαι να γυρίσω.. Πηγαίνοντας στη δουλειά, πηγαίνω στην οικογένεια μου, εδώ και 17 χρόνια. Οι σταθμοί όπου δουλεύω και οι συνάδελφο με τους οποίους δουλεύω, είναι οικογένεια» κατέληξε.