Quantcast

ΤΡΟΥΜΠΟΥΛΟΥ ΕΥΑ
ΤΡΟΥΜΠΟΥΛΟΥ ΕΥΑ

27 Μαΐου 2020 06:53

Οι σχέσεις Ιράν- Δύσης και η σημασία τους για το ενεργειακό εμπόριο

Διάβασέ μου το...

*Η Εύα Τρούμπουλου, είναι φοιτήτρια της Δημόσιας Διοίκησης του Παντείου Πανεπιστημίου – Μέλος της SAFIA.

Η παρούσα ανάλυση στοχεύει στη μελέτη και τον εντοπισμό της σημασίας των πολυτάραχων οικονομικών και εμπορικών σχέσεων του Ιράν με τη Δύση. Την περίοδο της μοναρχίας του Σάχη (1953-1979), το Ιράν διατηρούσε ειδική σχέση με τις ΗΠΑ. Μετά την Ιρανική επανάσταση, όμως, τα δεδομένα άλλαξαν. Το Ιράν επεδίωξε μια ανεξάρτητη οδό θέλοντας να διαδώσει την ισλαμικού τύπου επανάσταση σε όλο τον ισλαμικό κόσμο, γεγονός που έθιγε τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Οι εμπορικές σχέσεις με τη Δύση (κυρίως με Ιταλία, Γαλλία και Γερμανία) αναπτύχθηκαν ξανά μετά το τέλος του Ιρανο-Ιρακινού πολέμου (1988). Η πορεία του Ιράν στις διεθνείς εξελίξεις του 21ου αιώνα καθορίστηκε μετά το χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 και την πτώση των δίδυμων πύργων. Έκτοτε, οι πολιτικοοικονομικές σχέσεις του κράτους με το δυτικό κόσμο, εμφάνισαν αρκετές διακυμάνσεις που προήλθαν κυρίως από την εσωτερική διακυβέρνηση του Ιράν και επηρέασαν σημαντικά το εξωτερικό εμπόριο. Μέχρι την εκλογή του Χασάν Ρουχανί (πρόεδρος της χώρας έως σήμερα) το 2013, το Ιράν ακολουθούσε μια πολιτική εναντίωσης στον ιμπεριαλισμό, τον καπιταλισμό ,τον σιωνισμό και κάθε δυτικό πρότυπο. Η εκλογή του Ρουχανί εγκαινίασε μια περίοδο κοινωνικών μεταρρυθμίσεων με έμφαση στην έμφυλη ισότητα και την ελευθερία έκφρασης, καθώς και την πρόθεση επαναπροσδιορισμού των σχέσεων με τη Δύση. Η παρούσα ανάλυση πρόκειται να εστιάσει πάνω σε αυτή τη χρονική περίοδο μέχρι σήμερα.

Συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν-

Πώς οδηγηθήκαμε στη συμφωνία;

Τη δεκαετία του ΄50 επιθυμία του μονάρχη Σάχη ήταν μακροπρόθεσμα το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Οι εργασίες ανεστάλησαν με την Ισλαμική Επανάσταση, ωστόσο το ίδιο όραμα δημιουργίας μιας υπερδύναμης είχαν και οι ηγέτες που ακολούθησαν. Από το 2006 και μετά, το Ιράν  δέχτηκε κυρώσεις από τις ΗΠΑ, τον ΟΗΕ και την Ε.Ε. προκειμένου να εμποδιστεί η προσπάθεια εμπλουτισμού ουρανίου για παραγωγή πυρηνικών όπλων καθώς και η παραγωγή τους. Το Ιράν είχε επενδύσει μεγάλα ποσά σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Η έναρξη των διαπραγματεύσεων με τη Δύση θα συνεπαγόταν πολιτική κρίση στο εσωτερικό του Ιράν, και αν μάλιστα κατέληγαν σε ετεροβαρή συμφωνία, το πολιτικό κόστος για τη κυβέρνηση θα ήταν τεράστιο. Μέχρι τη πρώτη δεκαετία του 2000, οι συνέπειες της συνέχισης του προγράμματος ήταν μικρότερες των κυρώσεων που της είχαν επιβληθεί (Kαραγιάννης, 2017).

Στη συνέχεια, η διπλωματική τακτική της ΕΕ, την ώθησε να βρει μια κοινή διέξοδο, υπογράφοντας τη συνθήκη της Τεχεράνης και του Παρισίου το 2004. Το Ιράν ωστόσο, παρά τη σύντομη επιτυχία των συνθηκών, επιθυμούσε να κερδίσει χρόνο με διαπραγματεύσεις που ως στόχο είχαν την ολοκλήρωση των εργασιών εγκατάστασης μετατροπής ουρανίου στο Ιfsahan. Η παραβίαση των συμφωνιών σύντομα έγινε αντιληπτή και οι εμπορικές διαβουλεύσεις σταμάτησαν. Mε τη προεδρία του Ahmadinejad, το πυρηνικό σύμφωνο θεωρήθηκε αναφαίρετο δικαίωμα του Ιράν, ενώ η εξωτερική πολιτική και η αλλαγή της κατεύθυνσης πολιτικής με αντικατάσταση των διπλωματών από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, δημιούργησε μεγαλύτερο κενό. Η Ε.Ε. ακολούθησε τη γραμμή του Συμβουλίου Ασφαλείας και επέβαλε αντίστοιχες κυρώσεις (Καραγιάννης, 2017).

Σε διάστημα έξι μηνών, με πρόεδρο τον Ηasan Rouhani που εκλέχθηκε το 2013, τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας και η Ε.Ε. συμφώνησαν με το Ιράν ένα κοινό πλαίσιο δράσης. Τον Ιούλιο του 2015, ανακοινώθηκε η υπογραφή της συμφωνίας για τα πυρηνικά (Joint Comprehensive Plan of Action) στη Βιέννη.

Σκοπός της συμφωνίας και νέες οικονομικές συνθήκες

Τα κύρια σημεία της συμφωνίας είχαν σκοπό να εφαρμόσουν αυστηρούς περιορισμούς. Αυτοί έγκεινται: α) στον εμπλουτισμό ουρανίου για τη κατασκευή ατομικού όπλου που θα διαρκεί από ένα μέχρι δέκα χρόνια και β) στη παραγωγή πλουτωνίου, ώστε ο αντιδραστήρας βαρέος ύδατος του Αράκ να μην έχει την ικανότητα παραγωγής πυρηνικού καυσίμου για στρατιωτικούς σκοπούς. Στόχος ήταν να εφαρμοστεί ένα καθεστώς ενισχυμένων επιθεωρήσεων από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, η οποία επαληθεύει μέσω των επιθεωρήσεων τη λειτουργία των ιρανικών συσκευών φυγοκέντρησης για περίοδο είκοσι ετών και της παραγωγής συμπυκνωμένου ουρανίου για περίοδο εικοσιπέντε ετών. Τέλος, οι οικονομικές κυρώσεις της ΕΕ, των ΗΠΑ και του ΟΗΕ άρθηκαν και το Ιράν απέκτησε πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και στο εξωτερικό εμπόριο ως δεύτερη σημαντικότερη παρουσία στον Οργανισμό Εξαγωγών Πετρελαιοπαραγωγών  μετά τη Σαουδική Αραβία (Το Βήμα, 2015).

Η πολιτική της ΕΕ είχε ως στόχο την ανάπτυξη μιας ευρείας ατζέντας διμερούς συνεργασίας με το Ιράν. Η εταιρική αυτή σχέση περιλαμβάνει τις οικονομικές σχέσεις, την ανθρωπιστική βοήθεια, την ασφάλεια, την επιστήμη, την πολιτική και πυρηνική συμφωνία, το περιβάλλον και την ενέργεια. Οι προθέσεις της ΕΕ έγιναν ορατές με την επίσκεψη αντιπροσωπείας υψηλού επιπέδου στη Τεχεράνη, τον Απρίλιο του 2016 (Εuropean Commission, 2016).

Σημαντικές συμφωνίες υπογράφηκαν μεταξύ ευρωπαϊκών και ιρανικών εταιριών. Οι επενδύσεις αυξήθηκαν, όπως αυτές των Γάλλων κατασκευαστών αυτοκινήτων Peugeot και Renault, όπου εγκατέστησαν μονάδες παραγωγής και της γερμανικής Volkswagen, η οποία επέστρεψε στις Ιρανικές αγορές μετά από δεκαεπτά χρόνια (Αdebahr, 2018).

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανανεώσιμη ενέργεια, με αφορμή το φόρουμ που πραγματοποιήθηκε στη Τεχεράνη, τον Απρίλιο του 2017, για την αειφόρο ανάπτυξη. Το φόρουμ παρείχε επενδυτικές ευκαιρίες για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ενεργειακή απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας στο Ιράν, καθώς συγκεντρώθηκαν σχεδόν εκατό ευρωπαϊκές και ιρανικές εταιρίες.

Οι σημαντικότερες επενδύσεις περιλαμβάνουν το βρετανικό επενδυτικό ταμείο «Quercus», που δημιούργησε ένα 600-μεγαβάτ φωτοβολταϊκό σταθμό αξίας 500 εκατομμυρίων ευρώ, καθιστώντας την νέα επένδυση το έκτο μεγαλύτερο έργο σε παγκόσμιο επίπεδο. Επιπλέον, η Austrian Benefit & Solar Company υπέγραψε σύμβαση αξίας 100 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ για την κατασκευή τεσσάρων ηλιακών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής με χωρητικότητα 70 μεγαβάτ στο νότιο Ιράν. Τέλος, η νορβηγική ηλιακή εταιρεία Saga Energy υπέγραψε συμφωνία για επένδυση 2,5 δις ευρώ στη χώρα για πέντε χρόνια (Adebahr,2018).

Το Ιράν, ωστόσο υπολείπεται των δυτικών χρηματοοικονομικών προτύπων. Γι’ αυτό το λόγο, υπήρξε δύσκολη η εύρεση διεθνών τραπεζών που θα χρηματοδοτούσαν το έργο φυσικού αερίου του Περσικού Κόλπου και θα ενίσχυε τη συνεργασία και σε άλλους τομείς. Το πολύπλοκο και αυστηρώς ελεγχόμενο οικονομικό σύστημα του Ιράν υπό την ηγεσία της Setad και του IRGC, συνέβαλε στις δυσκολίες, πριν καν εκδηλωθούν τα προβλήματα και οι νέες κυρώσεις των ΗΠΑ, το 2018 (Αdebahr,2018)

Όσον αφορά τις ευρωπαϊκές τράπεζες, η αυστριακή Oberbank κατάφερε να διευκολύνει την κατάσταση με την ανακοίνωση, το 2017, μιας συμφωνίας χρηματοδότησης έως ενός δισεκατομμυρίου ευρώ σε έργα με εγγυημένες πιστώσεις της Αυστριακής Τράπεζας Εξαγωγών. Τέλος, η δανέζικη τράπεζα Danske Bank και η γαλλική τράπεζα επενδύσεων Bpifrance δήλωσαν ότι η καθεμία θα παρέχει έως 500 εκατομμύρια ευρώ σε ετήσιες πιστώσεις για επενδύσεις στο Ιράν (Financial Tribune, 2017). Παρόλα αυτά, η χρηματοδότηση τέτοιων επενδύσεων  υπήρξε ελλιπής και οι περισσότερες τράπεζες στην Ευρώπη ήταν ευαίσθητες στην πολιτική των ΗΠΑ για το Ιράν, δεδομένου του υψηλού βαθμού έκθεσης που έχουν στην αγορά των ΗΠΑ και στις ρυθμιστικές αρχές (Geranmayeh, 2017).

H νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ και τα νέα δεδομένα

Με τη νέα κυβέρνηση του Donald Trump, η πολιτική των ΗΠΑ έναντι του Ιράν έγινε επιθετική. Τον Μάιο του 2018, επίσημα οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την αποχώρησή τους από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα, αθετώντας τις δεσμεύσεις και τη συνεργασία με την Ευρώπη. Πριν την ανακοίνωση της αποχώρησης, οι ΗΠΑ θέσπισαν κυρώσεις εναντίον του Ιράν που αφορούσαν αρχικά την απαγόρευση συναλλαγών με τραπεζογραμμάτια σε δολάρια ΗΠΑ, πολύτιμα μέταλλα, αλουμίνιο ή χάλυβα ή εμπορικά επιβατικά αεροσκάφη.

Στη συνέχεια, οι πολυεθνικές άρχισαν γρήγορα να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους εν αναμονή των σημαντικών κυρώσεων. Έτσι, ακόμη και ευρωπαϊκές εταιρείες - από τη γαλλική Τοtal πετρελαίου και φυσικού αερίου μέχρι και τις παγκόσμιες αυτοκινητοβιομηχανίες, όπως η Daimler και η Peugeot, αλλά και τη δανική ναυτιλιακή εταιρεία Maersk - ανακοίνωσαν ότι θα εγκαταλείψουν το Ιράν.

Το Νοέμβριο του 2017, στην ουσία, κηρύχθηκε παγκόσμιο εμπάργκο πετρελαίου και διεθνών χρηματοοικονομικών συναλλαγών προς το Ιράν. Από 2,4 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, τον Απρίλιο του 2018, σύμφωνα με το Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, μειώθηκαν (bpd) σε 1,6 bpd τον Σεπτέμβριο του 2018. Η τιμή του αργού πετρελαίου (Brent) είχε επίσης αυξηθεί, από 70 δολάρια στις αρχές Μαΐου, σε 85 δολάρια στα μέσα Οκτωβρίου, μειώνοντας τη ζήτηση του ιρανικού πετρελαίου (Faucon and Said, 2017).

H κίνηση του Trump για νέα επιβολή κυρώσεων έγινε μονομερώς, καθώς αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία από τη διεθνή κοινότητα και τους συμμάχους των ΗΠΑ, οι οποίοι έχουν ήδη επενδύσει στο ιρανικό έδαφος και δεν σκοπεύουν να παραιτηθούν από αυτές. Απόδειξη αποτελεί η συμφωνία της γαλλικής Total SA και της China National Petroleum Corporation που υπέγραψαν συμφωνία ύψους 5 δις δολαρίων για την ανάπτυξη το πεδίων παραγωγής φυσικού αερίου στο Ιράν. Πριν επιβληθούν οι νέες κυρώσεις, η παραγωγή πετρελαίου του Ιράν εκτινάχθηκε από 1,3 εκατομμύρια βαρέλια σε 2,3 το πρώτο εξάμηνο του 2017- τριπλάσιο του μεγέθους εξαγωγών των ΗΠΑ  (Phippen, 2017). Οι ΗΠΑ, αν και επικαλέστηκαν λόγους σχετικούς με την «τρομοκρατίας» και την παραγωγή πυρηνικών όπλων για να θέσουν τέλος στη συμφωνία, είναι εμφανές ότι απώτερος σκοπός μάλλον είναι να λάβει πίσω το μερίδιό της στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.

Η πορεία μέχρι το σήμερα και η στάση της Ευρώπης

Η στρατηγική του Trump έθεσε σε κίνδυνο τους ευρωπαϊκούς στόχους και τα συμφέροντα, αυξάνοντας τις πιθανότητες για έναν αγώνα πυρηνικών όπλων και τον κίνδυνο για περεταίρω στρατιωτική κλιμάκωση και περιφερειακές συγκρούσεις, ιδίως στο Ιράκ και τη Συρία.

Επιβεβαίωση του σεναρίου αυτού, θα λέγαμε ότι αποτέλεσε η δολοφονία του υποστράτηγου Σουλεϊμανί στο αεροδρόμιο της Βαγδάτης, τον Ιανουάριο του 2020, ύστερα από επίθεση που εξαπέλυσε αμερικανικό μη επανδρωμένο αεροσκάφος. Η ένταση στην περιφέρεια της Μέσης Ανατολής δεν αναχαιτίστηκε ποτέ, με συνεχή στρατιωτικά χτυπήματα να λαμβάνουν χώρα ανά διαστήματα. Νωρίτερα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ κάλεσε ανοιχτά τα κράτη της Δύσης να αποσυρθούν από τη πυρηνική συμφωνία, και τέλος, νέες οικονομικές κυρώσεις θεσπίστηκαν προς απομόνωση του Ιράν (Amanpour,2020).

Η επιστολή του Trump αναφέρεται στην άρνηση των ΗΠΑ να αποδώσουν στο Ιράν τα έσοδα που προκύπτουν από εξαγωγές προϊόντων, που αποτελούν βασικούς τομείς της ιρανικής οικονομίας. Σημειώνει ότι “τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν», ενώ επέβαλε κυρώσεις στις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής αλουμινίου, χάλυβα, χαλκού και σιδήρου του Ιράν (CNN, 2020).

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες από το 2017 προσπαθούν να πείσουν τις ΗΠΑ να ακολουθήσουν μια πιο μετριοπαθή πολιτική. Είναι γεγονός πως μέχρι στιγμής ακολουθούν μια διαφορετική προσέγγιση, ικανή να προστατέψει τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή, ενώ υποστηρίζουν πως η λήξη της πυρηνικής συμφωνίας θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη αστάθεια (Geranmayeh, 2017).

Μεγάλες ευρωπαϊκές εταιρείες αγνόησαν τις προειδοποιήσεις του Αμερικανού προέδρου για απομάκρυνση από το Ιράν, ενώ συνέχισαν να συνάπτουν συμφωνίες με τους Ιρανούς ομολόγους τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι μετά τη δολοφονία του υποστράτηγου Σουλεϊμάνι, η Γερμανίδα καγκελάριος έσπευσε στη Ρωσία για να προσπαθήσει να αποκλιμακώσει τη τρέχουσα κρίση και όχι στην Ουάσιγκτον (Amanpour,2020).

Έπειτα από τη θέσπιση των πρώτων κυρώσεων, η Ευρώπη ξεκίνησε να χτίζει τη δική της άμυνα. Η Ε.Ε. μαζί με τη Ρωσία και τη Κίνα ανακοίνωσαν τη δημιουργία του «οχήματος ειδικού σκοπού» SPV, στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ του 2018, στη Νέα Υόρκη. To SPV «special purpose vehicle» είχε ως στόχο το διακανονισμό των συναλλαγών εισαγωγής και εξαγωγής χωρίς μεταφορά χρημάτων (δηλαδή, εκτός του συστήματος SWIFT), το οποίο προσφέρει ένα εξελιγμένο σύστημα ανταλλαγής για τη διευκόλυνση των ροών πληρωμών που σχετίζονται με το Ιράν. Έτσι, θα μπορούσε να δημιουργηθεί  μια ανεξάρτητη νομική οντότητα που έχει το ρόλο του διαμεσολαβητή και υποστηρίζεται από τις κυβερνήσεις της Ε.Ε. προς διευκόλυνση των χρηματοοικονομικών συναλλαγών με το Ιράν – χωρίς να επηρεάζεται από τις αμερικανικές κυρώσεις- με νόμισμα το ευρώ. Ωστόσο, μεγάλες πολυεθνικές με σημαντική έκθεση στην αμερικανική αγορά ενδέχεται να φοβούνται ότι θα μπορούσαν να επιβληθούν κυρώσεις από τις αρχές των ΗΠΑ για τη συνεργασία με το Ιράν μέσω του SPV. Έτσι, το όργανο έχει σχεδιαστεί για να ενθαρρύνει μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις- με μικρή ή καθόλου έκθεση στις ΗΠΑ-να παραμείνουν στην ιρανική αγορά (Adebahr, 2018).

Παρ’ όλα αυτά, τα κράτη μέλη της Ε.Ε. δεν μπόρεσαν να βρουν κράτος υποδοχής για αυτό το αμφιλεγόμενο θεσμικό όργανο. Χώρες, όπως η Αυστρία και το Λουξεμβούργο, απέρριψαν το αίτημα λόγω σημαντικών πιέσεων των ΗΠΑ. Ο μηχανισμός  θα έπρεπε να γίνει αποδεκτός από οικονομικούς φορείς που εμπιστεύονται την ικανότητά του να τους προστατεύει από τις αμερικανικές κυρώσεις (Αdehbar, 2018). Οι ΗΠΑ, από την άλλη πλευρά, κατά πάσα πιθανότητα θα στιγμάτιζαν την Ε.Ε. μέσα από μια τέτοια δράση, καθώς οι εμπλεκόμενες ευρωπαϊκές εταιρείες και τράπεζες δεν θα έπρεπε να κάνουν καμία συναλλαγή με αυτές ή το δολάριο. Αυτό, φυσικά, δεν είναι ρεαλιστικό αποτέλεσμα δεδομένης της διασύνδεσης των οικονομιών των δύο (Atlantic Council, 2019).

Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, βλέπουμε λοιπόν την Ε.Ε. να ακολουθεί μια ανεξάρτητη στάση σε σχέση με τις ΗΠΑ και να στρέφεται στη συνεργασία με τη Ρωσία και τη Κίνα για τη προστασία του εμπορίου στο Ιράν και τη διαρκή πρόσβαση στους ενεργειακούς πόρους, προσπαθώντας παράλληλα να διατηρεί μια ουδέτερη στάση στον ενεργειακό πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.

Οι ΗΠΑ υπό το πρίσμα του ενεργειακού ανταγωνισμού με το Ιράν, παρατείνουν την ισχύ των οικονομικών κυρώσεων και χρησιμοποιούν τα διεθνή μέσα για στοχοποίηση του Ιράν. Το Ιράν πλήττεται κυρίως σε οικονομικό επίπεδο, καθώς οι εξαγωγές ενέργειας αποτελούν βασική πηγή εθνικού εισοδήματος. Παρ’όλα αυτά, διατηρεί καλές σχέσεις με τη Κίνα και τη Ρωσία, ενώ παράλληλα αναζητά τη στήριξη των ευρωπαϊκών κρατών στη δύσκολη αυτή συγκυρία.

Τα τελευταία, με το Ιράν να είναι ένας από τους βασικούς προμηθευτές ενέργειας στην Ευρώπη διχάζονται από τη στάση και τη στρατηγική των ΗΠΑ. Σκοπός τους είναι αφενός να διατηρούν απρόσκοπτη τη ροή ενέργειας στο εσωτερικό τους, αφετέρου επιθυμούν τη συνέχεια των καλών σχέσεων με τις ΗΠΑ. Συνεπώς, η ευρωπαϊκά κράτη καλούνται μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας και πίεσης να ακολουθήσουν τη δική τους αυτόνομη προσέγγιση και να βρουν ισορροπία, καθώς η κορύφωση των εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ- Ιράν απομακρύνουν κάθε ενδεχόμενο εύρεσης διπλωματικής λύσης.

*H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς  και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.

VIDEO