Quantcast

ΛΟΥΦΙΡ ΜΑΡΙΟΣ
ΛΟΥΦΙΡ ΜΑΡΙΟΣ

01 Απριλίου 2021 21:40

Ελληνική και Τουρκική Αμυντική Βιομηχανία: Μια συγκριτική ανασκόπηση της τελευταίας εικοσαετίας

Διάβασέ μου το...

Γράφει ο Μάριος Λουφίρ, Ερευνητής της Ομάδας Διεθνών Σχέσεων & Εξωτερικής Πολιτικής της SAFIA

Στις 15 Δεκεμβρίου του 2020, ο Ισμαήλ Ντεμίρ, επικεφαλής της Διεύθυνσης Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκικής Δημοκρατίας και νούμερο ένα στόχος των πρόσφατα επιβληθεισών αμερικανικών κυρώσεων, δήλωσε μέσω tweet πως η απόλυτη αυτονόμηση της αμυντικής βιομηχανίας της γείτονος συνιστά ύψιστη προτεραιότητα και πως καμία εξωτερική απόφαση δεν θα σταθεί τροχοπέδη στην βιομηχανία αυτή (Tweet Demir, 2020). Στην ημετέρα κατάσταση, στις 29 Δεκεμβρίου του περασμένου έτους, διαγωνισμός για την ιδιωτικοποίηση του στρατιωτικού τμήματος των ναυπηγείων του Σκαραμαγκά δεν ευοδώθηκε (Reporter.gr, 2020). Οι πρόσφατες διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις φέρνουν την αμυντική βιομηχανία Ελλάδας και Τουρκίας για άλλη μια φορά στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Μια επιφανειακή προσέγγιση των πραγμάτων μπορεί εύκολα να αναγνωρίσει την τουρκική αμυντική βιομηχανία ως έναν εκκολαπτόμενο γίγαντα, ενώ η ελληνική περίπτωση στο πλαίσιο της σταδιακής αποβιομηχάνισης από την δεκαετία του ‘70, αλλά και της οικονομικής δυσπραγίας της τελευταίας δεκαετίας μπορεί να σκιαγραφηθεί ως ένα θηρίο που πνέει τα λοίσθια. Είναι, όμως, αυτή η πραγματικότητα ή μήπως μεγάλο κομμάτι αυτού του αφηγήματος είναι ένα διογκωμένο μύθευμα της όμορης χώρας, το οποίο κάνει λόγο για “αεροπλανοφόρα και τανκς εγχώριας παραγωγής”; Την ερώτηση αυτή θα προσπαθήσουμε να απαντήσουμε στην συνέχεια με μία ανασκόπηση των εθνικών στρατιωτικών βιομηχανιών την τελευταία εικοσαετία.

Αρχικά είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός της έννοιας της αμυντικής βιομηχανίας μιας χώρας και τη σημασία της ως μείζονος συνιστώσας στην αποτρεπτική και στρατιωτική της ισχύ. Για τον εξοπλισμό των Ενόπλων Δυνάμεών του, ένα κράτος έχει καταρχήν δύο επιλογές (Taylor, 1990) να τις προμηθευτεί από έναν ξένο προμηθευτή ή να αναπτύξει την τεχνογνωσία και να παράγει τον δικό του εξοπλισμό. Η δεύτερη επιλογή είναι συνυφασμένη με τις δυνατότητες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, η οποία μπορεί να οριστεί ως μια σειρά βιομηχανιών που παράγουν αγαθά και υπηρεσίες στρατιωτικής φύσεως. Η βιομηχανική βάση της άμυνας δεν αποτελεί μια αντίληψη χωρίς νόημα, δεδομένου ότι χωρίς βιομηχανία που ερευνά, αναπτύσσει και παράγει αμυντικά συστήματα, δεν υπάρχει ικανή άμυνα (Παρίσης, 2009).

Η ελληνική πλευρά

Από τις απαρχές του ελληνικού κράτους, οι περιορισμένες παραγωγικές του δυνατότητες σε επίπεδο βαριάς βιομηχανίας δεν επέτρεψαν σημαντική ανάπτυξη της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας. Εξαιρέσεις στον κανόνα των δύο τελευταίων αιώνων αποτέλεσαν οι περίοδοι που στην Ελλάδα κυριάρχησαν στρατοκρατικά και αυταρχικά καθεστώτα: το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, έχοντας ως υψηλή προτεραιότητα στην στοχοθεσία του την προετοιμασία της χώρας για το έπος του 1940, πραγματοποίησε σημαντικές ενισχύσεις ελληνικών εταιρειών (Εταιρεία Ελληνικού Πυριτιδοποιείου και Καλυκοποιείου, ΠΥΡΚΑΛ) και, φυσικά, την κατασκευή οχυρωματικών έργων κατά μήκος της ελληνοβουλγαρικής μεθορίου (η λεγόμενη γραμμή Μεταξά). Η δικτατορία των συνταγματαρχών του 1967-1974 επεδίωξε στο πλαίσιο της στρατιωτικής αναβάθμισης της χώρα, της εσωτερικής κατανάλωσης και της εξυπηρέτησης του αφηγήματος της ‘Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων’ προτεραιοποίησε την ίδρυση και την αναβάθμιση εταιρειών αμυντικής βιομηχανίας, όπως η ΕΛΒΟ.  Ωστόσο, την τελευταία εικοσαετία η χώρα μας (όπως και παραδοσιακά) έχει επιλέξει ως επί το πλείστον την απευθείας αγορά των εξοπλισμών από εταιρείες του εξωτερικού για μια σειρά από λόγους όπως το χαμηλότερο βραχυπρόθεσμο κόστος συγκριτικά με την συνεχή ενίσχυση της κρατικής βιομηχανίας, αλλά και το ίδιον όφελος πολιτικών προσώπων τα οποία προτίμησαν τις αγορές από συγκεκριμένες εταιρείες. Σε γενικές γραμμές, η τελευταία εικοσαετία μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια περίοδος χαμένων ευκαιριών, κακών αποφάσεων αλλά και κάποιων επιτυχιών.

Η νέα χιλιετία ξεκινά με το φιλόδοξο σχέδιο της Ελληνικής Βιομηχανίας Οχημάτων να παράγει ένα δικό της ΤΟΜΑ (Τεθωρακισμένο Όχημα Μάχης). Το λεγόμενο άρμα “Κένταυρος” ήταν ένα υψηλών προδιαγραφών όχημα, το οποίο ανταποκρινόταν στις επιχειρησιακές ανάγκες του Ελληνικού Στρατού και συγκεντρώνει μία σειρά προηγμένων (για τα μέτρα της εποχής) χαρακτηριστικών, που το κατατάσσουν ανάμεσα στα κορυφαία παγκοσμίως. Το όχημα είχε δοκιμαστεί επιτυχώς και το πράσινο φως είχε δοθεί το 2003 για την παραγωγή 140 μονάδων, ωστόσο η αλλαγή κυβέρνησης και μια περικοπή στις αμυντικές δαπάνες άλλαξε τα σχέδια (Πτήση και Διάστημα 2018). Δεκαοκτώ σχεδόν χρόνια αργότερα δεν έχει παραχθεί ακόμα ούτε ένας “Κένταυρος” και οι Ένοπλες Δυνάμεις χρησιμοποιούν ακόμα τα σοβιετικής κατασκευής και πλέον απαρχαιωμένα BMP-1. Να σημειωθεί πως πέρα από τον σχεδιασμό, πολλά από τα εξαρτήματα του οχήματος θα παράγονταν από ελληνικές εταιρείες (ΕΛΒΟ, ΕΒΟ, ΠΥΡΚΑΛ) με ό,τι αυτό συνεπάγεται στον τομέα της απασχόλησης και της μεγέθυνσης του εγχώριου προϊόντος.

Μια άλλη χαμένη υπόθεση που λόγω πρόσφατης επικαιρότητας μας “πονάει” περισσότερο είναι η ελληνική συμμετοχή στην παραγωγή του μαχητικού αεροσκάφους 5ης γενιάς F-35. Είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί πως εν αντιθέσει με την κοινή αντίληψη, το F-35 δεν είναι ένα αμιγώς αμερικανικό προϊόν αλλά μια συμπαραγωγή στην οποία συμμετέχουν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, η Ολλανδία, ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Νορβηγία, η Δανία και η Τουρκία μέχρι την αποβολή της από το πρόγραμμα το 2019. Η συμμετοχή στο πρόγραμμα πέρα από τη διασφάλιση της πρόσβασης στο υπερσύγχρονο μαχητικό αεροσκάφος συνεπάγεται και μία σειρά από αντισταθμιστικά οφέλη όπως προμήθεια μηχανολογικού εξοπλισμού, πρόσβαση σε τεχνογνωσία και χαμηλότερο κόστος αγοράς. Από το 2002 μέχρι και το 2009, είχε γίνει πρόταση στην Ελλάδα να μετάσχει στο πρόγραμμα, αλλά για άλλη μια φορά ο φόβος του κόστους αλλά και η προτίμηση για απευθείας παραγγελία των F-16 και των Mirage παρέπεμψε την συμμετοχή στις ελληνικές καλένδες (ΣοφοκλέουςIn 2018) Δέκα χρόνια αργότερα, η ελληνική Κυβέρνηση εξετάζει την προμήθεια του τελευταίας γενιάς αεροσκάφους ως απλός αγοραστής, ενώ η αντικατάσταση της αποβληθείσας Τουρκίας συνιστά ευσεβή πόθο: αν η πολιτική ηγεσία εξέφραζε επιφύλαξη για το αρχικό κόστος επένδυσης και δημιουργίας των αναγκαίων υποδομών το 2002 και το 2009, μόνο ως χειρότερη μπορεί να σκιαγραφηθεί η σημερινή δημοσιονομική κατάσταση της χώρας την επαύριον μιας δεκαετούς ύφεσης.

Η λίστα με τις λάθος αποφάσεις δεν είναι μικρή στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας, όπως άλλωστε και σε πολλούς άλλους τομείς της ελληνικής πολιτικής. Εντούτοις, η επιστημονική αντικειμενικότητα επιβάλλει την αναφορά σημαντικών επιτυχιών, οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν και ως κατευθυντήριες για το μέλλον της αμυντικής βιομηχανίας. Η χώρα μας δεν διαθέτει ούτε το υπόβαθρο ούτε την παράδοση βαριάς βιομηχανίας. Συνεπώς, η επίτευξη μιας εσωτερικής αυτάρκειας σε επίπεδο βαρέων όπλων δεν άπτεται της πραγματικότητας. Αντίθετα, η εστίαση  σε συγκεκριμένους τομείς μπορεί να αναδείξει συγκεκριμένα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα που η βιομηχανία μας διαθέτει σε υψηλά καταρτισμένο τεχνικό προσωπικό αλλά και τεχνογνωσία. Η προοπτική αυτή αποτυπώνεται και στο υπάρχον μωσαϊκό εξαγωγών ιδιωτικών, κυρίως, εταιρειών οι οποίες παράγουν ελαφρύ οπλισμό αλλά και συγκεκριμένα εξαρτήματα (βλ. πίνακα). Η στερεοτυπική αντίληψη πως η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν παράγει και δεν εξάγει “ούτε μια βίδα” καταρρίπτεται. Σε ό,τι αφορά τα βαρέα όπλα ένας υγιής συνδυασμός απευθείας προμήθειας και συμμετοχής σε προγράμματα συμπαραγωγής είναι μια επωφελής αλλά και ρεαλιστική λύση. Επί παραδείγματι, ένα σημαντικό ποσοστό των Leopard II (το κύριο άρμα μάχης των Ενόπλων Δυνάμεων) που διαθέτει ο Ελληνικός Στρατός (τα λεγόμενα Leopard 2A6 HEL) έχει συναρμολογηθεί στη Σίνδο Θεσσαλονίκης με πολλά εξαρτήματα τους να προέρχονται από ελληνικές εταιρείες. (Ναυτεμπορική 2006).

Η περίπτωση του Ισραήλ αποτελεί ένα περίτρανο παράδειγμα των προοπτικών της αμυντικής βιομηχανίας ως συνιστώσα οικονομικής ανάπτυξης: με το τέλος του ψυχρού πολέμου και την μείωση της ζήτησης σε στρατιωτικό υλικό, μεγάλο κομμάτι της τεχνογνωσίας αξιοποιήθηκε στην μη στρατιωτική εμπορική αγορά. Εκ του αποτελέσματος, εταιρείες startups που έχουν αξιοποιήσει την στρατιωτική τεχνογνωσία σε τομείς όπως η ρομποτική, οι ιατρικοί ηλεκτρονικοί εξοπλισμοί και τα drones έχουν βγει δυναμικά στις διεθνείς αγορές και συνεισφέρουν σημαντικά στην εγχώρια οικονομία (Jewish Visual Library, 2018). Με την κατάλληλη στοχοθεσία και μια περισσότερο μακροπρόθεσμη πολιτική από τις ελληνικές κυβερνήσεις, η Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία μπορεί να αποκτήσει σημαντικότερο ρόλο τόσο στον εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων όσο και στην οικονομική ανάπτυξη.

Η τουρκική πλευρά

Για την Τουρκία, δεν χρειάζεται να παρακολουθήσει κανείς τα φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης για να κατανοήσει πως η αμυντική της βιομηχανία είναι ένα σημαντικό success story της τελευταίας εικοσαετίας. Η άνθιση της πολεμικής βιομηχανίας της γείτονος αποδεικνύεται από τους ίδιους τους αριθμούς:

  • Το 2002, η χώρα είχε 62 αμυντικά προγράμματα ενώ σήμερα αναπτύσσει περισσότερα από 700.
  • Η έγκυρη και αντικειμενική λίστα της Defense News κατατάσσει επτά τουρκικές εταιρείες στις 100 πιο ισχυρές εταιρείες αμυντικής βιομηχανίας στον κόσμο (Defense News, 100)
  • Το 1999, η Τουρκία ήταν ο τρίτος μεγαλύτερος εισαγωγέας όπλων. Το 2018 ήταν ο 14ος μεγαλύτερος εξαγωγέας.

Η αλματώδης αυτή αύξηση δεν είναι τυχαία. Η “τουρκοποίηση” της αμυντικής βιομηχανίας και η αυτονόμηση της βρίσκεται αρκετά ψηλά στην στοχοθεσία του Προέδρου Ερντογάν όχι μόνο για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης αλλά και επεκτατικών βλέψεων. Σε ομιλία του εκφράζει το σλόγκαν: “Milli tank, milli uydu, milli ucak” ήτοι “εθνικό τανκ, εθνικός δορυφόρος, εθνική αερογραμμή” ενώ το 2015 ανήγγειλε πως στόχος είναι η εθνική αμυντική βιομηχανία να απογαλακτιστεί από την εξάρτηση ξένων δυνάμεων μέχρι και το 2023 (Anouck, 2017). Καθίσταται εναργής στον αναγνώστη η σημασία ενός τέτοιου επιτεύγματος το έτος εορτασμού της εκατονταετίας από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας και τη νίκη στον λεγόμενο “Πόλεμο της Ανεξαρτησίας”. Είναι όμως κάτι τέτοιο εφικτό ή ο γίγαντας αυτός έχει πήλινα πόδια;

Η Τουρκία, πράγματι, διαθέτει το δικό της τανκ: το Altay (έλαβε το όνομα του από τον στρατηγό που πρωταγωνίστησε στην μάχη του Τουμλού Μπουνάρ, τελευταία σημαντική μάχη του ελληνοτουρκικού πολέμου 1919-1922). Το Altay είναι ένα σύγχρονο άρμα μάχης υψηλών προδιαγραφών το οποίο ωστόσο:

  1. Παρουσιάζει υψηλό κόστος: μια μονάδα κοστίζει 13,75 εκατομμύρια δολάρια. (Dilekci 2016) (ένα M1 Abrams, κύριο άρμα μάχης του αμερικανικού στρατού έχει κόστος παραγωγής 6,2 εκατομμύρια δολάρια).
  2. Δεν είναι αμιγώς “εθνικό τανκ”. Η μηχανή και το κιβώτιο ταχυτήτων παράγονταν από τις γερμανικές MTU και RENK, οι οποίες πάγωσαν την προμήθειά τους στην χώρα λόγω του επιβληθέντος εμπάργκο όπλων στην Τουρκία ως αντίποινο στην εισβολή στην Συρία το 2019. Κομμάτι της θωράκισης θα αναλάμβανε γαλλική εταιρεία αλλά η πρόσφατη ένταση στην νοτιοανατολική Μεσόγειο πάγωσε την διαδικασία (Defense World, 2020). 

Αμφότερα τα κωλύματα είναι ιδιαίτερα σημαντικά δεδομένης της ύφεσης της τουρκικής οικονομίας το 2020, αλλά και της διπλωματικής της απομόνωσης ως αντίδραση στις επεκτατικές της ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο. Το μύθευμα της εξοπλιστικής αυτονομίας των Ενόπλων Δυνάμεων είναι ισχυρό σε ό,τι αφορά την εσωτερική συσπείρωση αλλά απέχει από την πραγματικότητα. Η Τουρκία δεν διαθέτει αμιγώς εσωτερικής παραγωγής κινητήρια μηχανή (engine) και αυτό είναι ένα χρόνιο πρόβλημα που έχει σταθεί εμπόδιο σε πολλά φιλόδοξα σχέδιά της, όπως το προαναφερθέν άρμα μάχης, το εθνικό μαχητικό αεροσκάφος και το εθνικό πολεμικό ελικόπτερο (Bekdil, 2020).

Είναι σκόπιμο να αναφερθεί πως η Τουρκία ανήκει στο κλαμπ των μόλις 22 κρατών που παράγουν μη επανδρωμένα πολεμικά αεροσκάφη (Bergen, 2020). Άξιο αναφοράς τυγχάνει το Bayraktar TB2, ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος (UAV) το οποίο δύναται να πραγματοποιήσει αναγνώριση αλλά και πλήξη στόχων υποκαθιστώντας, όπως έχει αποδείξει η επιχειρησιακή τους απόδοση, ένα συμβατικό βομβαρδιστικό. Τα Bayraktar έχουν χρησιμοποιηθεί με μεγάλη αποτελεσματικότητα σε όλα τα πεδία των μαχών που έχει εμπλακεί προσφάτως η Τουρκία (Ιράκ, Συρία, Λιβύη) ενώ στην πρόσφατη σύρραξη Αζερμπαϊτζάν-Αρμενίας απεδείχθησαν το “game changer”. Το αεροσκάφος υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματικό κατά των συστημάτων αεράμυνας ενώ η απλή του κατασκευή και το χαμηλό του κόστος το καθιστούν αναλώσιμο και εύκολα αντικαταστάσιμο, στοιχείο ιδανικό σε έναν πόλεμο φθοράς (Yermakov, 2020).  Βέβαια, και σε αυτή την περίπτωση, το όπλο αυτό δεν είναι 100% τουρκικής παραγωγής: Το ηλεκτροπτικό σύστημα και οι αισθητήρες του drone είναι καναδικής κατασκευής. Να σημειωθεί μάλιστα ότι λόγω της εμπλοκής της χώρας στην συμπλοκή του Ναγκόρνο Καραμπάχ και της χρήσης καναδικής τεχνολογίας στα drones, ο Καναδάς πάγωσε τις εξαγωγές τον εξαρτημάτων αυτών στην Τουρκία προκαλώντας σημαντικό πρόβλημα στην γραμμή παραγωγής των UAVs (Bekdil, 2020).

Στον τομέα των ναυτικών εξοπλισμών, το L-408 Anadolu είναι ένας θαλάσσιος γίγαντας. Αρχικά είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι το Anadolu -δεν- είναι αεροπλανοφόρο. Ο διάδρομος προσνήωσης είναι μικρός και επιτρέπει την χρήση μόνο αεροσκαφών με δυνατότητα κάθετης προσνήωσης, ήτοι τα F-35 που όπως προαναφέρθηκε δεν έχουν παραδοθεί στην Τουρκία από τις ΗΠΑ. Η μελλοντική ναυαρχίδα του πολεμικού στόλου της γείτονος πρόκειται για ένα σκάφος αμφίβιων επιχειρήσεων το οποίο μπορεί να επιτελέσει τον ρόλο ελικοπτεροφόρου αλλά και αποβατικού σκάφους. Αδιαμφισβήτητα, η απόκτηση ενός σύγχρονου τέτοιου σκάφους ενισχύει το αφήγημα μιας αναδυόμενης παγκόσμιας δύναμης: με την καθέλκυση του Anadolu, η Τουρκία θα εισέλθει στο κλειστό club των 13 κρατών που διαθέτουν αεροπλανοφόρα/ελικοπτεροφόρα (Bekdil, 2020) ενώ σε επίπεδο εκφοβισμού άλλων ακροατηρίων, ο αναγνώστης προτρέπεται να σκεφτεί την αντίδραση των ημέτερων μέσων ενημέρωσης σε περίπτωση που δίπλα στο Oruc Reis έπλεε ένας τέτοιος ναυτικός γίγαντας, ικανός να πραγματοποιήσει απευθείας απόβαση σε παραπλήσια ελληνικά νησιά. Βέβαια, κάθε όπλο πρέπει να εξετάζεται και στο επιχειρησιακό περιβάλλον στο οποίο χρησιμοποιείται και τουλάχιστον στην δική μας γειτονιά, η κλειστή θάλασσα του Αιγαίου δεν ευνοεί τη χρήση αεροπλανοφόρου. Επίσης, η οικονομική συνιστώσα δεν πρέπει να λησμονείται καθότι τόσο το αρχικό κόστος της καθέλκυσης και της μεταφοράς τεχνολογίας από την Ισπανία (κόστος άνω του ενός δισ, ευρώ) (Topcu, 2018) όσο και η συντήρηση ενός ελικοπτεροφόρου ιδιαίτερα σε μια περίοδο, κατά την οποία η εθνική οικονομία έχει υποστεί αλλεπάλληλους κλυδωνισμούς (Καθημερινή, 2020).

Η διεθνής πρακτική έχει αποδείξει πως η επιβολή ενός εμπάργκο όπλων είναι από τα πιο σημαντικά βέλη στην φαρέτρα διεθνών & περιφερειακών οργανισμών αλλά και των μεγάλων δυνάμεων όταν επιδιώκουν να βάλουν φρένο στην επεκτατική δράση μιας αναθεωρητικής δύναμης. Για τον λόγο αυτό, πρωτογενές μέλημα χωρών με επεκτατικές βλέψεις είναι η εξασφάλιση της κάλυψης των εξοπλιστικών αναγκών από την εγχώρια βιομηχανία, έτσι ώστε οι εξωτερικές κυρώσεις να μην πλήξουν την  πολεμική μηχανή. Όταν η Ιταλία ξεκίνησε τις αναθεωρητικές τις περιπέτειες στην Αβησσυνία το 1935, το εμπάργκο όπλων που της επέβαλε το Ηνωμένο Βασίλειο ως αντίποινα, η πολεμική μηχανή του Duce δεν κάμφθηκε καθόλου διότι είχε εξασφαλίσει απόλυτη αυτάρκεια σε παραγωγή στρατιωτικών εξοπλισμών. Η Τουρκία την τελευταία εικοσαετία έχει αυξήσει κατά σημαντικό ποσοστό την αυτονομία της αμυντικής της βιομηχανίας αλλά η εξάρτηση σε ξένους προμηθευτές είναι ακόμη νευραλγικής σημασίας. Όσο όμως η αναθεωρητική της συμπεριφορά εντείνεται στην Ανατολική Μεσόγειο και σε περιοχές συμφερόντων άλλων κρατών, τα αυξανόμενα εμπάργκο μπορούν να είναι η πιο σημαντική τροχοπέδη στην τουρκική πολεμική μηχανή

Συμπεράσματα

Με μία αυστηρή εξέταση της προόδου των αμυντικών βιομηχανιών των δύο κρατών, το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί είναι πως οι Τούρκοι παράγουν τα Bayraktar ενώ η χώρα μας ό,τι έχει σε Μπαϊρακτάρη είναι το οβελιστήριο στο Μοναστηράκι. Ωστόσο, ο γράφων θεωρεί πως η απόλυτη αυτονόμηση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας είναι μια ερντογανική φαντασίωση η οποία μάλιστα γίνεται όλο και πιο δύσκολα επιτεύξιμη όσο η αναθεωρητική της συμπεριφορά συνεχίζει να προκαλεί την μήνη των προμηθευτών της τόσο σε υλικό όσο και σε τεχνογνωσία. Επίσης, οι δαπανηρές επενδύσεις σε μια δυνάμει θνησιγενή βιομηχανία δεν πρέπει να εξεταστούν ανεξάρτητα από την εσωτερική κατάσταση της χώρας: ούτε η δημοσιονομική και νομισματική αιμορραγία ούτε η κρίση του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών ελευθεριών επιλύονται από ένα εθνικό τανκ ή ένα εθνικό αεροπλανοφόρο. Το ιστορικό παράδειγμα μιας παρόμοιας περίπτωσης τυγχάνει άξιο αναφοράς: Στην δεκαετία του 1970, ο Σάχης του Ιράν Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί ήθελε να διαμορφώσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας “στον πιο ισχυρό μη-πυρηνικό στρατό στον κόσμο” και να αναβιώσει την αίγλη της πάλαι ποτέ Περσικής Αυτοκρατορίας (Iddon 2018). Στην βίαιη ανατροπή του του καθεστώτος το 1979, ο κραταιός αυτός στρατός δεν κατάφερε να κάνει πολλά.

Η χώρα μας, από την άλλη, έχει την προοπτική σε ανθρώπινο δυναμικό αλλά και σε τεχνογνωσία να εξέλθει δυναμικά ως ένας δυναμικός μετέχων σε προγράμματα συμπαραγωγών με την προϋπόθεση ότι οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν επιδίδονται σε μια εξοπλιστική διπλωματία χωρίς μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη στρατηγική βλέψη. Η προσήλωση της χώρας στη διεθνή νομιμότητα και στους ευρωατλαντικούς θεσμούς διασφαλίζει την πρόσβαση μας σε εξοπλισμούς που οι ίδιοι δεν μπορούμε να παράγουμε αλλά και την ευκαιρία να αποκτήσουμε την τεχνογνωσία και να αποκτήσουμε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε συγκεκριμένους τομείς οι οποίοι ανταποκρίνονται στις παραγωγικές δυνατότητες της Ελλάδας. Συνελόντι ειπείν, μια υγιής εθνική αμυντική βιομηχανία μπορεί υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να λειτουργήσει ως κινητήριος μοχλός στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας αλλά και στην θωράκιση της ενάντια στις διαγραφόμενη απειλή.

Βιβλιογραφία

Ελληνική:

  • Reporter (2021) ‘Ναυπηγεία Σκαραμαγκά:  δεύτερος διαγωνισμός και η στάση των επενδυτών’ 8 Ιανουαρίου 2021. Έγινε πρόσβαση στις 8 Ιανουαρίου, διαθέσιμο εδώ.
  • Παρίσης, Ι. (2009) ‘Ελληνική Αμυντική Βιομηχανία: παρούσα κατάσταση- προοπτικές’ Περιοδικό Ελληνικής Εταιρείας Στρατηγικών Μελετών. Έγινε πρόσβαση στις 22 Δεκεμβρίου 2020, διαθέσιμο εδώ.
  • Πτήση & Διάστημα (2018) ‘Το ΤΟΜΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ της ΕΛΒΟ που δεν μπήκε ποτέ σε υπηρεσία δίπλα στα Leopard 2HEL’ 21 Δεκεμβρίου. Έγινε πρόσβαση στις 22 Δεκεμβρίου 2020, διαθέσιμο εδώ.
  • ΣοφοκλέουςIn (2018) ‘Όταν η Ελλάδα έμεινε εκτός της συμπαραγωγής και αγοράς των F-35’ 24 Ιουνίου, Έγινε πρόσβαση στις 22 Δεκεμβρίου 2020, διαθέσιμο εδώ.
  • Ναυτεμπορική.gr (2006) ‘ΕΛΒΟ: Στο τέλος του 2009 ολοκληρώνεται η παράδοση των «Leopard 2 Hel»’ 6 Σεπτεμβρίου, Έγινε πρόσβαση στις 3 Ιανουαρίου 2021, διαθέσιμο εδώ.
  • Καθημερινή (2020) ‘Τουρκία: Αντιμέτωση με την πρώτη ύφεση της τελευταίας 10ετίας’, 21 Οκτωβρίου, έγινε πρόσβαση στις 7 Ιανουαρίου 2021, διαθέσιμο εδώ.

Ξενόγλωσση:

  • Tweet του επίσημου λογαριασμού του επικεφαλής της Διεύθυνσης Αμυντικής Βιομηχανίας της Τουρκικής Δημοκρατίας.(14/12/2020) Έγινε πρόσβαση στις 20 Δεκεμβρίου 2020, διαθέσιμο εδώ.
  • Taylor, T. (1990). Defence Industries in International Relations. Review of International Studies, 16(1), 59-73. Έγινε πρόσβαση στις 20 Δεκεμβρίου, διαθέσιμο εδώ.
  • Jewish Virtual Library (2018) Israel Science & Technology: Defense Industry, Έγινε πρόσβαση στις 3 Ιανουαρίου 2021, Διαθέσιμο εδώ.
  • DefenseNews (2020) ‘Top 100 for 2020’ Έγινε πρόσβαση στις 3 Ιανουαρίου 2021, Διαθέσιμο εδώ.
  • Anouck, G. (2017) “A Neo-Liberal Exception? The Defence Industry ‘Turkification’ Project ”, International Development Policy | Revue internationale de politique de developpement 8.
  • Dilekci C. (2016) ‘Altay tank? projesi icin teklifler haftaya’ 11 Ιανουαρίου, FortuneTurkey Έγινε Πρόσβαση στις 3 Ιανουαρίου 2021, Διαθέσιμο εδώ.
  • Defense World (2020) ‘Differences with Germany Force Turkey to Seek South Korean Engine, Transmission for its Altay Tank’ 20 Νοεμβρίου. Έγινε πρόσβαση στις 5 Ιανουαρίου 2021, Διαθέσιμο εδώ.
  • Bekdil, B.-E. (2020) ‘Turkey’s ‘chronic engine problem’ is harming defense projects, warn officials’ Defense News 26 Ιουνίου. Έγινε πρόσβαση στις 5 Ιανουαρίου 2021, διαθέσιμο εδώ.
  • Bergen, P. (2020) ‘Who Has What: Countries with Armed Drones’ 30 Ιουλίου, New America, Έγινε πρόσβαση στις 5 Ιανουαρίου 2021, διαθέσιμο εδώ.
  • Yermakov, A. (2020) ‘Unmanned Aerial Vehicles over Nagorno-Karabakh: Revolution or Another Day of Battle’, 4 Δεκεμβρίου Valdai Discussion Club,έγινε πρόσβαση στις 6 Ιανουαρίου 2021 διαθέσιμο εδώ.
  • Bekdil B.-E. (2020) ‘Canadian block on drone parts shows Turkey’s defense industry still not independent’ 13 Οκτωβρίου, Defense News, Έγινε πρόσβαση στις 6 Ιανουαρίου 2021, διαθέσιμο εδώ.
  • Global Firepower (2020) ‘Aircraft Carrier Fleet Strength by Country (2020)’ Έγινε πρόσβαση στις 6 Ιανουαρίου 2021, διαθέσιμο εδώ.
  • Topcu, E.-F. (2018) ‘Turkey's indigenously-built warship to be ready in 2019’ Anadolu Agency, 24 Μαρτίου, έγινε πρόσβαση στις 6 Ιανουαρίου 2021, διαθέσιμο εδώ.
  • Iddon, P. (2018) ‘In the 1970s the Shah sought to make Iran a military superpower’ Swiss Security Policy – Armed Forces – Media, 9 Σεπτεμβρίου, έγινε πρόσβαση στις 9 Ιανουαρίου 2021, διαθέσιμο εδώ.


*H SAFIA (Student Association For International Affairs) δεν υιοθετεί ως Οργανισμός πολιτικές θέσεις. Οι απόψεις που δημοσιεύονται στο The SAFIA Blog αποδίδονται αποκλειστικά στους συγγραφείς  και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις απόψεις του Σωματείου, του Διοικητικού Συμβουλίου ή των κατά περίπτωση και καθ’ οιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενων φορέων.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

VIDEO